Αλήθειες κρυμμένες, σημάδια ανεξίτηλα (κριτική)

[ γράφει ο Πάνος Γιαννάκαινας ]

Η διηγηματική δεινότητα της Μαίρης Μανδάλη δεν εξαντλείται στην ικανότητά της να μας εκπλήσσει με την σοφία των ηρώων της, ούτε και περιορίζεται από τα σκοτεινά συναισθήματα που ενίοτε μας δημιουργεί η «στενή» καρδιά τους, τα πάθη και λάθη τους. 

Αντίθετα, μέσα από τις ατέλειες των πρωταγωνιστών της φανταστικής ιστορίας της, αναδύεται όχι μόνο η τραγικότητα της μοίρας τους, αλλά με κάποιο θαυμαστό τρόπο, σαν ένα επιτήδειο χέρι να σέρνει το πινέλο της Ιστορίας στον καμβά των πεπραγμένων, ξεδιπλώνονται αρμονικά όλες οι μύχιες σκέψεις, οι φοβίες και αγωνίες τους, τα καρδιοχτύπια και οι έρωτές τους.
Οι πρωταγωνιστές της Μανδάλη δεν είναι τέλειοι -το αντίθετο. Μα παρά την σκληρότητα των θεμάτων που η συγγραφέας αγγίζει, νιώθει κανείς από τις πρώτες σελίδες την ευαισθησία και τον σεβασμό με τα οποία η ίδια τους αντιμετωπίζει. Μοιάζει με τιμωρία: τους ξεγυμνώνει απόλυτα στα μάτια μας, τους ευτελίζει, για να τους εξυψώσει αμέσως μετά ως φιγούρες, θαρρείς, μιας αρχαιοεληνικής τραγωδίας. Είναι συνάμα απτοί και απρόσιτοι, μεγαλειώδεις και ποταποί, ακριβώς σαν τους πραγματικούς ανθρώπους. Ερωτεύονται, προδίδουν, πονούν κι αντιστέκονται, όλα σε μια αλληλουχία μαγική, σαν ποτάμι ρέον, σαν ζωή. Τούτη η αντιφατικότητα δεν είναι τυχαία, μα εύστοχη επιλογή μιας αξιόλογης νέας δημιουργού, που με πάθος αποζητά την αλήθεια της.

Σε μια σπονδυλωτή, πολυεδρική εξιστόρηση, μέσω μιας περισσότερο πολυεστιακής πλοκής παρά ενός ευθύγραμμου μονολόγου, το βιβλίο της με τίτλο «Αλήθειες κρυμμένες, σημάδια ανεξίτηλα» από τις εκδόσεις Διόπτρα μάς μεταφέρει στην Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του ’30. Το νυστέρι της συγγραφέως χαράζει την πορεία ζωής των μελών μιας οικογένειας άλλοτε ορθόδοξα, από το πριν στο τώρα και κατόπιν στο ύστερα, κι άλλοτε ανάδρομα, από το παρόν προς το παρελθόν. Έντονη η επιθυμία της να εντοπίσει το στίγμα της ψυχικής δίψας για ομολογία, ακόμη κι όταν αυτή σίγουρα δεν επιφέρει την εξιλέωση, μα με πρόθυμη συνενοχή! Η Μανδάλη δεν αφήνει έκθετους τους ήρωές της, απλώνει πάνω τους μια προστατευτική αχλή ώστε να μην εκχυδαϊστούν, να μην υποτροπιάσουν στα «πρόστυχα» μάτια μιας ατυχούς, πιθανόν, ανάγνωσης.


Κι έτσι, προστατευμένοι από «την τύρβη του κόσμου» (όπως θά ’λεγε κι ο Έζρα Πάουντ), πορεύονται στον ωκεανό της πίκρας: Μια γυναίκα που αγαπά, μα αργεί τόσο πολύ ν’ αγαπηθεί˙ μια άλλη που «κλέβει» όλη την νεανική φλόγα των αρσενικών και τελικά κατακαίγεται, μα ευτυχώς προλαβαίνει να γνωρίσει την ευτυχία˙ ένας πατέρας της εποχής, αυστηρός, στοργικός μα και άκαμπτος, άτεγκτος, θύμα μαζί και θύτης˙ μια γυναίκα στην θέση μιας άλλης, πρόωρα χαμένης, σιωπηλή εργάτρια της οικογενειακής ευτυχίας˙ ένας αδελφός που λυγίζει υπό το άχθος της «ασύμβατης» φύσης του˙ ένας άλλος αδελφός σε ρόλο ατσάλι˙ αγόρια που παρελαύνουν στο νυφοπάζαρο της πεινασμένης για αγάπη ματιάς των κοριτσιών, άνδρες που δίνουν την μάχη για την πατρίδα, τις ιδέες, την πίστη τους, όλα ένα μυστήριο, όλα τραγικά και ταυτόχρονα ελαφρά, επιφανειακά κι ανώδυνα.

Πρυτανεύει, ωστόσο, η μετάνοια. Η αλήθεια στο φως. Μια βασανιστικά αργή διαδικασία...

Ίσως τούτη να είναι, τελικά, η μέγιστη οδύνη: ο χρόνος κυλά, η ζωή ξοδεύεται, κι αυτό που απομένει σαν απόσταγμα παλιού κονιάκ στο άδειο χωνευτήρι να είναι τα καλά κρυμμένα μυστικά, που άλλοτε μας πληγώνουν με τις ενοχές τους κι άλλοτε μας στολίζουν με θύμησες από μια πορεία σε δρόμους σκολιούς και παράταιρους. Η Μανδάλη ξέρει καλά να τους περπατά αυτούς τους δρόμους, συμπαρασύροντας και τον «φθονερό» αναγνώστη σε πατήματα επικίνδυνα. Διψά να χαρίσει στους ήρωές της την λύτρωση, μα σοφά δεν βιάζεται. Η γνώση προϋποθέτει την πολυτέλεια του χρόνου και το μαρτύριο της υπομονής. Η ζωή η ίδια είναι χρόνος και υπομονή. Η ευτυχία στεφανώνει τους τυχερούς που λούστηκαν την μεταμέλεια και την ειλικρίνεια. Τουλάχιστον στα παραμύθια...

Ένα καλό και τίμιο ανάγνωσμα, που ίσως κάποιες στιγμές σας κουράσει με την διαρκή και βραχεία εναλλαγή του κεντρικού προσώπου ως πρωταγωνιστή, μα θα σας αποζημιώσει πλουσιοπάροχα με την έλλειψη ενός happy end –μια πικρά ηδονική τέρψη, που τόσο μας έχουν στερήσει οι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς. Ύφος στοχαστικό, σεμνές περιγραφές, σκηνές που θα ζήλευε και η «έβδομη» τέχνη, βαρύτητα στον ψυχισμό των ηρώων, αλλά χαλαρή εμβάθυνση στον εσωτερικό πνευματικό τους ορίζοντα, τον έλλογο συνειρμό και την νοητική αντίδραση προς τα γεγονότα. Κάπου υπερβάλλει, κάπου λειτουργεί περισσότερο ελλειπτικά. Αλλά σίγουρα η πένα της Μαίρη Μανδάλη μπορεί να ισοπεδώσει την δική μας πραγματικότητα με την δική της ματιά στις ζωές κάποιων άλλων, που θα μπορούσε κάλλιστα να ήμασταν εμείς!

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...